Greenιάρης
πάρε με ἀπάνου στὰ βουνά, τὶ θὰ μὲ φάῃ ὁ κάμπος
Λίγα λόγια για εμένα
Η παραπάνω φωτογραφία έχει πολιτική χροιά.
ΑΡΘΡΑ
Σύνδεσμοι


ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ!
734 αναγνώστες
Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008
22:29

Διάβασα το παρακάτω και απλά σκέφτηκα:

Ο τύπος διδάσκει? ΕΥΓΕ!

Μα κάποιος τόσο ΑΣΧΕΤΟΣ με το θέμα που αναλύει, γιατί πρέπει να γράφει για το συγκεκριμένο θέμα ?

Εντυπωσιακή η σοβαρή βιβλιογραφική (ή εφημεριδογραφική?) υποστήριξη των επιχειρημάτων... υψηλότατου επιπέδου επιστημονική μεθοδολογία!

Αυτού του είδους την επιστήμη ΔΙΔΑΣΚΕΙΣ στους σπουδαστές σου κύριε "ΆΣΧΕΤΕ στα βιοκαύσιμα"... να αναλύουν συνθέτοντας και αναπαράγοντας δημοσιεύματα αμαθών δημοσιογραφίσκων!

 

ΔΕΝ σχολιάζω άλλο... απολαύστε το και μορφωθείτε

 


 

 

Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΑΤΗ ΤΩΝ ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΩΝ. ΣΥΝΟΨΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ (Πηγή: Νόμος και Φύση)

 

ΤΑΚΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
Καθηγητής Τ.Ε.Ι. Μεσολογγίου - Εντεταλμένος Διδάσκων του Πανεπιστημίου Πατρών

 

Ι. Το πρόβλημα

Ανάμεσα στους μύθους που κατασκευάζονται και προωθούνται από τις κυρίαρχες οικονομικές ελίτ και κυρίως από τις πολυεθνικές της αγροτοβιομηχανίας,  και οι οποίοι βρίσκουν πρόσφορο έδαφος  στην κυρίαρχη οικολογική αντίληψη του περιβαλλοντισμού και της αειφόρου ανάπτυξης (με τις οποίες  δυστυχώς ταυτίζεται ένα μεγάλο μέρος του οικολογικού κινήματος και της αριστεράς [1],  είναι ότι τα βιοκαύσιμα, ιδίως βιοαιθανόλη και βιοντίζελ, θεωρούνται ως ανανεώσιμη και εναλλακτική πηγή ενέργειας  και  λύση στο φαινόμενο της  υπερθέρμανσης  του πλανήτη αλλά και της μείωσης των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων. Στην πραγματικότητα η οικονομία των βιοκαυσίμων συνιστά μία έκφραση της λεγόμενης «πράσινης επιχειρηματικότητας-πράσινης ανάπτυξης [2] στον τομέα των εναλλακτικών ενεργειών (αιολική, γεωθερμική κ.λπ.) οι οποίες όμως , όπως  γίνεται δεκτό  [3],  μόνες τους  δεν μπορούν να συμβάλλουν στην μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ούτε να αντικαταστήσουν, όπως μερικοί  από το οικολογικό κίνημα θα   το επιθυμούσαν, τα ορυκτά καύσιμα. Ακόμα και η πλήρης ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) δεν είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ολοένα μεγαλύτερες ανάγκες που δημιουργεί το σημερινό παγκόσμιο σύστημα οικονομίας της αγοράς-ανάπτυξης –μεγέθυνσης [4] .

 

II. Οι διατροφικές συνέπειες μιας νέας οικοαγοράς και τάσεις επαναθεώρησης 

Τα αγρο-βιοκαύσιμα ή ενεργειακά καύσιμα θεωρείται ότι πλεονεκτούν έναντι των συμβατικών, κυρίως [5] επειδή δεν είναι τοξικά, έχουν καλύτερη λιπαντικότητα, δεν περιέχουν καρκινογόνες αρωματικές ενώσεις και είναι εύκολα βιοδιασπώμενα. Επίσης,  εκπέμπουν λιγότερα σωματίδια,  διοξείδιο και μονοξείδιο του άνθρακα, και παράγουν λιγότερη αιθάλη λόγω του οξυγόνου που περιέχουν.

Από το 2003 που οι δυτικές χώρες άρχισαν να εκπονούν σχέδια για την ανάπτυξη των αγροκαυσίμων, άρχισε και η επιστημονική διάψευση του περιβαλλοντικού οφέλους από  αυτά [6] και η κριτική στάση Διεθνών Οργανισμών (ΟΟΣΑ, FAO,  ΟΗΕ). Πέρα από το ότι επιφέρουν βλαπτικά αποτελέσματα για το περιβάλλον και ότι δεν θεωρούνται απόλυτα καθαρά καύσιμα (π.χ. παράγουν οξείδιο του αζώτου που ευθύνεται για το φωτοχημικό νέφος) [7] ούτε συμβάλλουν στην ενεργειακή ασφάλεια [8] και δεν  περιορίζουν την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου χωρίς μεγάλη δαπάνη, τα βιοκαύσιμα, που παράγονται από την επεξεργασία των σιτηρών, των ελαιούχων σπόρων και της ζάχαρης (βλ. αμέσως παρακάτω) και αποτελούν το 2% της παγκόσμιας κατανάλωσης,  τείνουν να  αποδειχθούν μια νέα μεγάλη οικο-πολιτική  απάτη με κοινωνικο-διατροφικές προεκτάσεις ταυτόχρονα.  To ότι ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής, όπως υποστηρίζεται, έχει να κάνει με βιομηχανικά (μη βρώσιμα) φυτά (καπνός, βαμβάκι ) δεν αναιρεί το πρόβλημα, το οποίο  συνίσταται κατ’ άλλους  στο γεγονός ότι το γέμισμα του ρεζερβουάρ ενός ιδιωτικού επιβατικού αυτοκινήτου με βιοκαύσιμο από καλαμπόκι αρκεί για να χορτάσει έναν άνθρωπο για ένα χρόνο.

Πράγματι [9], κατ’ αρχήν,  η παραγωγή βιοαιθανόλης (από σακχαρούχα και  αμυλούχα φυτά, όπως ζαχαροκάλαμο, σιτάρι, καλαμπόκι, σόργος, μετά από επεξεργασία) και βιοντίζελ (από φυτικά έλαια-ηλίανθο, σόγια, καρύδες, ελαιοκράμβη- και ζωικά λίπη) οδηγεί τελικά σε κατανάλωση  περισσότερης  ενέργειας και συνακόλουθη αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (από την αποδάσωση τροπικών δασών π.χ. Μαλαισία, Ινδονησία) απ’ ότι επιτρέπει να εξοικονομείται, εξ αιτίας της μεγάλης χρήσης ορυκτών καυσίμων κατά την  διαδικασία καλλιέργειας (50% μεγαλύτερη επιβάρυνση σε σχέση με την βενζίνη).  Μόνο στη Βραζιλία το 80% των αερίων του θερμοκηπίου δεν προέρχεται από αυτοκίνητα ή την βιομηχανία αλλά από την καύση των δασών του Αμαζονίου για την μονοκαλλιέργεια σόγιας και καλαμποκιού [10]. Μέχρι τώρα γινόταν δεκτό ότι  σε σύγκριση με τα ορυκτά καύσιμα η βιοενέργεια απελευθερώνει  μόνο το ήμισυ σε διοξείδιο του άνθρακα. Πρόσφατες όμως μελέτες [11] δείχνουν ότι τούτο συμβαίνει μόνο υπό εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες, καθώς η παρουσία φυτοφαρμάκων, λιπασμάτων αλλά και η κατανάλωση νερού επιβαρύνουν το περιβαλλοντικό ισοζύγιο. Πράγματι η αύξηση της μονοκαλλιεργικής παραγωγής ειδικότερα καλαμποκιού αλλά και άλλων φυτών με υψηλές εισροές  έχει δυσμενείς επιπτώσεις  στον υδροφόρο ορίζοντα επιβαρύνοντας το έδαφος με πρόσθετες ποσότητες  λιπασμάτων. Σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ του 2008 [12], η μείωση των εκπομπών από την χρήση αιθανόλης που παράγεται από καλαμπόκι κυμαίνεται μόλις μεταξύ 10% και 30%.

Στη συνέχεια, η αυξημένη ζήτηση για βιοκαύσιμα οδηγεί σε  ανταγωνισμό με τα διατροφικά προϊόντα (δημητριακά, σιτηρά), αφού καλλιέργειες  βρώσιμων μετατρέπονται σε καλλιέργειες βιοκαυσίμων με αποτέλεσμα την ακρίβεια των διατροφικών (ιδίως για τους λαούς του νότου [13]) [14]. Σύμφωνα με την παγκόσμια τράπεζα [15] τα βιοκαύσιμα έχουν οδηγήσει σε αύξηση των τιμών των τροφίμων από το 2002 κατά 75%. Επίσης,  σύμφωνα με ειδική έκθεση του ΟΟΣΑ που εκπόνησε από κοινού με τον   FAO,  προβλέπεται ότι οι τιμές των τροφίμων θα αυξηθούν από 25 έως  50% την επόμενη δεκαετία [16]. Στην έκθεση του ΟΟΣΑ εκφράζεται η ανησυχία  για τις επιπτώσεις που θα έχει η άνοδος των τιμών των αγροτικών προϊόντων στις χώρες που εισάγουν τρόφιμα καθώς και στους φτωχούς αστικούς πληθυσμούς [17]. Άλλη πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ (που παρουσιάσθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 2007 στο Παρίσι) [18] προβλέπει ότι η  συσσωρευμένη παραγωγή και χρήση των βιοκαυσίμων θα διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τα δεδομένα της αγροτικής οικονομίας. Για την παραγωγή 10% βιοκαυσίμων  στην Ευρώπη θα απαιτούνταν 50% των αγροτικών γαιών. Σε μια εποχή ανυδρίας και κλιματικών αλλαγών στην Ευρώπη , οι αυξανόμενες ανάγκες ενδέχεται να επηρεάσουν την ποσότητα και την ποιότητα των βασικών ειδών διατροφής. [19] H αντιπαράθεση τροφής-βιοκαυσίμων έχει αρχίσει, αφού περίπου 100 εκατομμύρια τόνοι σιτηρών (αν και ο αριθμός που αμφισβητείται) έχουν εκτραπεί προς τα βιοκαύσιμα [20]. Σύμφωνα με  έκθεση του Ινστιτούτου Ερευνών για   τις Διεθνείς Πολιτικές Επισιτισμού (IFPRI) [21],  ο κίνδυνος υποσιτισμού  και αναταραχών αναμένεται να αυξηθεί καθώς μειώνονται τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών (καλαμποκιού ρυζιού και  σιταριού), και η ζήτηση αυξάνεται αλματωδώς. Ένας από τους λόγους είναι  και η επέκταση των καλλιεργειών για την παραγωγή βιοκαυσίμων αντί τροφίμων,  μετατρέποντας τα σιτηρά σε επενδυτικό προϊόν στα χρηματιστήρια με αποτέλεσμα την περαιτέρω άνοδο των τιμών [22].

Για τον ΟΗΕ, μέσω του ειδικού εισηγητή για το δικαίωμα στη σίτιση Ελβετού Ζαν Ζιγκλέρ,  η μαζική παραγωγή βιοκαυσίμων  αποτελεί έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. [23] Στην Τρίτη Σύνοδο του ΟΗΕ (FAO) στην Ρώμη τον Ιούνιο του 2008 για την παγκόσμια γεωργία και το πρόβλημα της διατροφικής κρίσης, ΜΚΟ πρότεινε την θέσπιση μορατόριουμ ή διεθνών περιορισμών στην παραγωγή αιθανόλης. Η πρόταση αυτή δεν συζητήθηκε όμως,  με την άκρως αμφιλεγόμενη αμερικανική αιτιολογία  ότι η αιθανόλη ευθύνεται μόνο για το 3% της αύξησης  στις παγκόσμιες τιμές τροφίμων [24]. Ας  σημειωθεί ότι αντίθετος με τα βιοκαύσιμα είναι και ο γερμανός βιοχημικός  Χ. Μίχελ, κάτοχος του νόμπελ χημείας , ο οποίος θεωρεί ότι η παραγωγή τους θα παρασύρει τους ανθρώπους σ’ ένα σκληρό ανταγωνισμό για την τροφή και θα προκαλέσει επίσης καταστροφή των τροπικών  δασών και των οικοσυστημάτων [25]. Υπολογίζεται ότι εάν θέλουμε να αντικαταστήσουμε τα καύσιμα που καταναλώνουμε σήμερα με βιοκαύσιμα, πρέπει να κινητοποιήσουμε  τα 1.540 εκατομ. εκτάρια που καλλιεργούνται [26].

 Πράγματι, η ζήτηση αυτή επιταχύνει την αποδάσωση  των τροπικών δασών κυρίως [27] (ιδίως για καλλιέργεια φιοινικελαίου σε Μαλαισία, Ινδονησία [28], αλλά και Βραζιλία [29]). Σύμφωνα με το παγκόσμιο κίνημα για τα τροπικά δάση (WRM), τις θέσεις  του οποίου φαίνεται να υιοθετεί και η ΕΕ , η ζήτηση φοινικελαίου,  για το οποίο σε παραγωγές χώρες, όπως οι προαναφερθείσες  Μαλαισία και η Ινδονησία, παρατηρείται ταχύτατη αύξηση της καλλιέργειας και ταχύτατη αποδάσωση [30], αναμένεται να διπλασιασθεί παγκοσμίως μέχρι το 2020, εξουδετερώνοντας έτσι το όφελος της  μείωσης των εκπομπών  ρύπων.  H Iνδονησία μετεξελίχθηκε στην τρίτη χώρα στις εκπομπές   αερίων του θερμοκηπίου. Γενικότερα,  οι τελευταίες ανεξάρτητες και σοβαρές δημοσιευμένες  έρευνες (π.χ. περιοδικό Science) δείχνουν, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των βιομηχάνων,  ότι τα αγροκαύσιμα συμβάλλουν στο φαινόμενο αυτό [31]. Μια λύση θα ήταν η παροχή οικονομικών κινήτρων στις χώρες αυτές για την παύση της αποψίλωσης  των δασών τους .

Τέλος, η αυξημένη ζήτηση  χειροτερεύει τους  όρους  εργασίας στις   παραγωγές περιοχές, όπως π.χ. στη Βραζιλία, όπου εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας αναμένεται να χαθούν μαζί με 500 χρόνια παράδοσης , από την αλλαγή των εργασιακών σχέσεων ένεκα της ανερχόμενης  βιομηχανίας  ζαχαροκάλαμου για την ικανοποίηση των απαιτήσεων της δύσης [32]. Στη χώρα αυτή παράγεται το 45% της παγκόσμιας αιθανόλης από ζαχαροκάλαμο (είναι ο δεύτερος παγκόσμιος εξαγωγέας αιθανόλης με βάση τη ζάχαρη για χρήση στα βιοκαύσιμα), και στις ΗΠΑ το 44% από  καλαμπόκι. Στις τελευταίες που είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας καλαμποκιού,  αφιερώνεται το 30% της παραγωγής στην παρασκευή βιοαιθανόλης,  για την οποία περίπου 70 εκατομμύρια τόνοι καλαμποκιού αφαιρούνται από την παγκόσμια αγορά [33].  Η αιθανόλη χρησιμοποιείται στην Βραζιλία μέχρι 25% σε μείξη με βενζίνη και στις ΗΠΑ έως 10%. Επίσης, χρησιμοποιείται στον Καναδά  και στην Γερμανία. Ακόμα στην Βραζιλία μπορεί να χρησιμοποιηθεί καθαρή, αρκεί να αλλαχθεί ο κινητήρας των αυτοκινήτων. Ιδίως η παραγωγή αιθανόλης βασισμένης στο καλαμπόκι γνωρίζει τεράστια αύξηση μέσω επιδοτήσεων,  φοροελαφρύνσεων κ.λ.π. [34], με τις τιμές του  να φθάνουν σε επίπεδα ρεκόρ και λόγω της μείωσης υπέρ του καλαμποκιού, της  καλλιέργειας άλλων βασικών διατροφικών φυτών,  στις οποίες  παρατηρείται  αύξηση της τιμής (σιτηρών, ρυζιού) [35]. Υπολογίζεται ότι το 2008, το 30% της παραγωγής δημητριακών στις ΗΠΑ θα διοχετεύεται στην παραγωγή αιθανόλης,  η παραγωγή της οποίας, σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση του ΟΟΣΑ,  θα αυξηθεί κατά 50% το 2007 και θα διπλασιασθεί το 2016 [36]. Το 2006 στις ΗΠΑ υπήρχαν 110 διυλιστήρια αιθανόλης με τζίρο 3 δις δολάρια το χρόνο. Στην ΕΕ η ποσότητα ελαιούχων σπόρων που θα χρησιμοποιείται για την παραγωγή βιοκαυσίμων αναμένεται να αυξηθεί από 10 εκατ. τόνους σε 21 εκατομ. τόνους.

Στις ΗΠΑ,  και σε αντίθεση με την ΕΕ, οι σχετικές επενδύσεις γίνονται λιγότερο με περιβαλλοντικά κίνητρα  και  περισσότερο για την εξασφάλιση σε ενέργεια μπροστά στην σταδιακή εξάντληση του πετρελαίου και στην εξάρτησή της ηπείρου από το εξωτερικό. Όμως, και στις δύο ηπείρους , η πίεση των μεγάλων πολυεθνικών αγροτοβιομηχανιών αρχίζει να καθορίζει και να επιβάλλει τους κανόνες της νέας οικοαγοράς. Στο πλαίσιο αυτό οι πολυεθνικές των τροφίμων έχουν αρχίσει να αυξάνουν τις (λιανικές) τιμές  των προϊόντων τους. Η σχετική αγορά μονοπωλείται από  αυτές τις μεγάλες επιχειρήσεις,  οι οποίες  συχνά υποστηρίζονται με κρατικές ενισχύσεις [37]. Όπως παρατηρείται σχετικά [38], τα βιοκαύσιμα δεν έχουν καμία αποδοτικότητα και αν δεν ενισχυθούν μαζικά καταρρέουν. Σύμφωνα με πιο πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ [39] η κυβερνητική στήριξη στην παραγωγή βιοκαυσίμων στις χώρες μέλη του ΟΟΣΑ είναι δαπανηρή.  Εκτιμάται μάλιστα[40] ότι η κρατική στήριξη στα βιοκαύσιμα στις ΗΠΑ, τον Καναδά και την ΕΕ θα υπερδιπλασιασθεί, φθάνοντας έως το 2015 στα 25 δις. δολάρια ετησίως από 11 δις. δολάρια που ήταν το 2006.

 

Κριτική στάση για «περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς λόγους»  φαίνεται να υιοθετεί τελευταία και η ΕΕ, επανεξετάζοντας τους στόχους της:  Μέχρι το 2010 κάλυψη με βιοκαύσιμα του 5,75% της κατανάλωσης  και μέχρι το 2020 αντίστοιχη κάλυψη του 10% στις οδικές μεταφορές, στόχος που θεωρείται ανέφικτος στον τομέα αυτό[41]. Σε κάθε κράτος μέλος ανήκει η εκπόνηση της σχετικής πολιτικής για να τον επιτύχει, και τούτο διότι η Επιτροπή δεν διαθέτει τα χρηματοδοτικά μέσα (ενισχύσεις, επιδοτήσεις κ.λπ.) της αμερικανικής κεντρικής διοίκησης[42]. Επιπλέον πρέπει  η παραγωγή βιοκαυσίμων να γίνεται κατά βιώσιμο, μη αντιπεριβαλλοντικό τρόπο. Έτσι, εκκινώντας από την διαπίστωση που ήδη αναφέραμε, ότι δηλαδή τα βιοκαύσιμα πρώτης γενιάς (από φυτικές πρώτες ύλες)  δεν συμβάλλουν ή συμβάλλουν κατ’ ελάχιστο στη μείωση των εκπομπών αερίων σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα,  αναζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο [43] νέα πρότυπα στην παραγωγή βιοκαυσίμων που δεν θα στοχεύουν αποκλειστικά σε διάθεση φθηνών προϊόντων με χαμηλές εκπομπές CO2 κατά την χρήση τους αλλά θα επιβάλλουν ανάλογες προδιαγραφές κα για τις φάσεις της παραγωγής και της μεταφοράς. Η σχετική πρόταση της Επιτροπής ότι η απελευθέρωση των σχετικών εκπομπών αερίων θα πρέπει να συνίσταται στο 35% των εκπομπών σε σχέση με τις εκπομπές  των ορυκτών καυσίμων κρίθηκε ανεπαρκής από πολλά κράτη μέλη (Γερμανία, Μεγ. Βρετανία που πιέζουν για ένα αντίστοιχο ποσοστό του 60%, ενώ η Γαλλία με αναπτυσσόμενη καλλιέργεια πρώτων υλών  για βιοκαύσιμα  σε ποσοστό 35% υποστηρίζει πιο ελαστικές λύσεις ). Αξίζει να επισημανθεί [44] ότι στο πλαίσιο των νέων αυτών προτύπων θα απαγορεύεται η  χρήση βιοκαυσίμων που έχουν παραχθεί σε προστατευόμενες περιοχές, δάση, υγροβιότοπους και περιοχές υψηλής βιοποικιλότητας , ενώ θα πρέπει να ανταποκρίνονται και σε κοινωνικά πρότυπα, όπως  η υποχρέωση των παραγωγών για τήρηση των συμφωνιών του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας σχετικά με τις αμοιβές και την απαγόρευση της  παιδικής  εργασίας. 

Μέσα σ’ αυτό το κριτικό πλαίσιο η παραγωγή βιοκαυσίμων συνιστά το άλλοθι ορισμένων διεθνών οργανισμών (π.χ. G8)  αλλά και κρατών (π.χ.  Μεγ. Βρετανία) για την εισαγωγή αφενός μιας νέας (τρίτης) πράσινης επανάστασης[45] (ίδίως στην Αφρική-πρωτοβουλία AGRA των G8) και την επέκταση των γενετικά τροποποιημένων καλλιεργειών  με πρόσχημα την μη επικινδυνότητά τους, αφού προορίζονται μόνο για καύσιμα, καθώς και την αυξημένη απόδοσή τους[46]. Επιπλέον το τελευταίο επιχείρημα υπέρ των μεταλλαγμένων προβάλλεται εντονότερα σήμερα μετά από συντονισμένες πιέσεις του αγροτο-βιομηχανικού λόμπυ, το οποίο  βρίσκει ευήκοον  ους  στην ομάδα  των 8 (G8)[47] ως λύση στην επισιτιστική κρίση.

 

                                 

 

ΙΙΙ. Κριτικά  συμπεράσματα

 

Το πρόβλημα των βιοκαυσίμων συνιστά  άλλο ένα  παράδειγμα μη συστημικής, αλλά  μερικής και αποσπασματικής προσέγγισης[48] στην  παγκόσμια (συστημική) οικολογική κρίση. Η παγκόσμια κλιματική αλλαγή δεν πρόκειται να διορθωθεί με την χρήση των βιοκαυσίμων[49].  Mια πιο ριζοσπαστική οικoπολιτική λύση θα ήταν «λιγότερα καύσιμα και όχι εναλλακτικά καύσιμα». Τα  βιοκαύσιμα δεν μπορούν να αντικαταστήσουν το πετρέλαιο παρά μόνο οριακά[50]. Αλλά και  αν  μπορούσαν, θα ετίθετο πάντα το πρόβλημα των οχλήσεων από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, τους αυτοκινητόδρομους, την εναέρια κυκλοφορία[51].  Τελικά κάποιο ρόλο θα μπορούσαν να παίξουν μόνο στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μικρών κοινοτήτων και νοικοκυριών,  όπως και η ηλιακή και αιολική ενέργεια[52] .

Αναγνωρίζεται πλέον ότι η στροφή  πολλών ευρωπαϊκών οργανώσεων και φορέων  προς  την βιοενέργεια ήταν εσπευσμένη και οφείλονταν όχι μόνο σε πολιτικούς λόγους, αλλά και στην πίεση του αυτοκινητιστικού λόμπυ που αποσκοπούσε να μεταβάλει τα προϊόντα του σε «πράσινα» για να αποφύγει το ανάλογο και απαραίτητο οικονομικό κόστος στον τομέα της τεχνολογικής ανάπτυξης[53]. Η μεγέθυνση της παραγωγής βιοκαυσίμων με την εντατική καλλιέργεια των εκτάσεων που αλλάζουν χρήση γι’ αυτό το σκοπό,  εξαλείφει τα οποιαδήποτε οφέλη από τον τυχόν περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου[54]. Είναι το γνωστό φαινόμενο της αναπήδησης (effet rebond ή παράδoξο του Jevons)  εγγενές στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς[55],  όπου η οικο-αποδοτικότητα (eco-efficiency) από τον ανταγωνισμό και την καινοτομία και τα εξαυτής περιβαλλοντικά οφέλη,   εξουδετερώνεται   από την συνεχή μεγέθυνση της παραγωγής. Όπως γράφει σχετικά ο Δ. Τσαντίλης, η οικοαποδοτικότερη χρήση ενός πόρου δεν οδηγεί  άνευ ετέρου σε εξοικονόμηση αλλά σε μεγαλύτερη κατανάλωσή του[56]. Με άλλα λόγια, το κέρδος από τη μείωση της ρύπανσης  και των επιπτώσεών ανά μονάδα ακυρώνονται από τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των πωλούμενων ή καταναλούμενων μονάδων[57]. Πρόκειται για μια πολιτική της προσφοράς αντί για μια πολιτική της ζήτησης. Η  προαναφερθείσα προσέγγιση των λιγότερων καυσίμων και γενικότερα λιγότερης ενέργειας θα εγγράφεται σε μια συνολικότερη και σταδιακή  απομεγέθυνση (degrowth-decroissance) της παραγωγής,  η οποία βέβαια απαιτεί με τη σειρά της,  στη βάση ενός επανασχεδιασμού της, νέους αποκεντρωμένους οικονομικούς και πολιτικούς αμεσοδημοκρατικούς  θεσμούς  με αρχική βάση και εφαλτήριο το μικρο-χωρικό τοπικό επίπεδο που θα μπορούσε να είναι η κοινότητα ή ο  δήμος (όχι βέβαια υπό την σημερινή του αντιπροσωπευτική μορφή αλλά με την αμεσοδημοκρατική μορφή των ανοιχτών δημοτικών συνελεύσεων   με ανακλητούς εντολοδόχους, κ.λπ.)                              

                                       

                                                    ♦♦♦


[1] Βλ. για παράδειγμα τις, προσεκτικές είναι αλήθεια αλλά όμως  μη (συνολικά-συστημικά) απορριπτικές   τελικά,   προτάσεις (από τον Μ. Παπαγιαννάκη) του ΣΥΡΙΖΑ για τα βιοκαύσιμα: «Να μελετηθούν σοβαρά οι ορθές συνθήκες επιλογής φυτών που μπορούν να γίνουν βιοκαύσιμα, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον», εφημ. «Η εποχή», 2-3-2008, σ. 5. Πιο απόλυτες είναι οι θέσεις για την αιολική ενέργεια: «να αρθούν οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στην ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας», ibid. Ταυτόχρονα ο ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί ότι το ουσιαστικό πρόβλημα πριν από τις ΑΠΕ είναι η εξοικονόμηση ενέργειας που την εξαρτά όμως από την ατομική ευθύνη των πολιτών, Ibid. Είναι προφανές ότι η αριστερή αυτή αντίληψη δεν συλλογικοποιεί ούτε συστημικοποιεί  το πρόβλημα,  μεταθέτοντάς το από τον τρόπο παραγωγής στο σύνολό της και το οικονομικό-αναπτυξιακό  σύστημα που το στηρίζει στην ευθύνη της ατομικής  κατανάλωσης.

[2] Θ. Τριανταφύλλου, Τα βιοκαύσιμα, οι υποστηρικτές και οι σκεπτικιστές, εφημ. «Η Καθημερινή-Τhe Economist», τ. 4/Οκτώβριος 2007, σ. 54.

[3] D.  Finon, Course d’ obstacles pour offres  alternatives, στο  Ecologie, Le grand défi, Manière de voir, τ. 81/2005, σ. 54.

[4] Ted Trainer Renewable Energy: No solution for consumer society, The International Journal of Inclusive Democracy, τομ. 3, αρ. 1- Ιανουάριος 2007 (http://www.inclusive democracy.org/journal/vol3_no1_trainer _renewable_energy.htm).

[5] Α. Κατμπατσιάρης-Π. Πετρίδης, Πολλαπλά οφέλη από τη χρήση βιοκαυσίμων, Περιβάλλον 21, 2008, σ. 54.

[6] H. Kempf, Les scientifiques s’ interrogent sur l’ interêt écologique des  agrocarburants, Le Monde, 2-2-2008.

[7] Γι’ αυτό προωθούνται, όχι χωρίς αμφιβολίες ιδίως ως  προς το υψηλό κόστος παραγωγής,   με νέες τεχνολογίες  βιοκαύσιμα δεύτερης γενιάς μη διατροφικά,  που βασίζονται στη χρήση κάθε φυτού ή δένδρου (ευκάλυπτος, λεύκα, κ.ά) και άλλων φυτικών προϊόντων, όπως τα χορτάρια, οι φλούδες,  τα αγροτικά απόβλητα, αλλά και ο σόργος (που δεν απαιτεί πολύ νερό ούτε πολλά χημικά) και η jatropha.βλ.ec.europa.eu/agriculture/public/fact/biofuel/2007_en.pdf. Όμως, ακόμη και αν αποδειχθεί η εμπορευματική τους αξία,  πράγμα όχι ακόμα σίγουρο, αυτά τα βιοκαύσιμα θα καλύπτουν το 15% των αναγκών για καύσιμα όταν τα  αντίστοιχα της πρώτης γενιάς θα καλύπτουν το 11%., με αποτέλεσμα,  λόγω της αυξανόμενης απαίτησης για καύσιμα ιδίως στις μεταφορές, το τελικό ποσοστό   χρήσης  των ορυκτών καυσίμων και μείωσης των εκπομπών να μην είναι μειωμένη. Ας μη ξεχνάμε επίσης την αναπλήρωση αυτών των φυτικών υπολειμμάτων που προορίζονταν για ανακύκλωση  στο έδαφος και τη γονιμότητα του εδάφους,   από αυξημένες εισροές.   Β. Γκισάκης, όπ.π. Από την άλλη υποστηρίζεται ότι μπορεί με τις μη διατροφικές αυτές καλλιέργειες  να εξομαλυνθεί ή μειωθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ τροφής και βιοκαύσιμων.

[8] Σύμφωνα με έκθεση του κέντρου Μπρίγκελ που εδρεύει στις Βρυξέλλες, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 5/7/2008, σ. 16. Στην ίδια κατεύθυνση πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ που δημοσιοποιήθηκε στις 16 Ιουλίου 2008 με τίτλο «Οικονομική αξιολόγηση των πολιτικών στήριξης των βιοκαυσίμων», βλ. εφημ. «Η Κυριακάτικη Αυγή», 20-7-2008, σ. 15 (παρουσίαση από την Δ. Μανιφάβα: Bιοκαύσιμα: επιβαρύνουν την τσέπη μας και το περιβάλλον).

[9] Βλ και Greenpeace, Δαίμων της Οικολογίας, τ. 79/2008. Με την ίδια άποψη και ο Επίτροπος περιβάλλοντος της ΕΕ Στ. Δήμας σε συνέντευξή του στην  εφημ. «Ε» 19-4-2008, σ. 15.

[10] Β. Γκισάκης, Βιοκαύσιμα: όταν η θεραπεία γίνεται χειρότερη της ασθένειας, Δαίμων της Οικολογίας , τ. 81/2008, σ. 10-11.

[11] Βιοκαύσιμα: είναι λύση; Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 15-4-2008, σ. 16, και μελέτη του ΟΟΣΑ της  16-7-2008, εφημ. «η Κυριακάτικη Αυγή» (βλ. προηγ. υποσ. 8).

[12] Βλ. προηγ. υποσ. (8).

[13] J. Vidal, Biofuel demand push up food prices, The Guardian, 5-7-2007. Επίσης, Ν. Μαραβέγιας Βιοκαύσιμα εναντίον τροφίμων; εφημ. «Ελευθεροτυπία»,  1-3-2008. Βέβαια  οι αυξήσεις των τιμών μπορεί να οφείλονται επίσης  εν μέρει και στην προϊούσα αστικοποίηση σε χώρες όπως Ινδία και η Κίνα, καθώς  επίσης και στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών με την κατανάλωση  ζωικών πρωτεϊνών που για την παραγωγή τους χρειάζεται η κατανάλωση πολλαπλάσιων φυτικών πρωτεϊνών, εφημ. «Η Εποχή», 20-4-2008, σ. 11.

[14] Για την παραγωγή 100 λίτρων αιθανόλης απαιτούνται 250 κιλά σιτάρι, ποσότητα που αντιστοιχεί σε 460 κιλά ψωμί τρέφοντας ένα άτομο για ένα χρόνο. Από  τον Μάρτιο 2007 έως τον Μάρτιο 2008 η άνοδος της τιμής του καλαμποκιού  ήταν 31%, του ρυζιού 74% της σόγιας 87% και των σιτηρών 130%, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 12-4-2008, σ. 24.

[15] Σε έκθεση που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα αλλά διέρρευσε στην  εφημ.  «Guardian», εφημ. «Ελευθεροτυπία», 5/7/2008, σ. 16.

[16] Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 10-7-2007.

[17] Βλ. αναλυτικότερα,  Biocarburants, l’ arnaque, Courrier international,  no 864/2007, σ. 10 επ.· ακόμα, L’ essence de la faim, Alternatives Economiques, no 259, juin 2007, σ. 44. Βλ. επίσης Τ. Μίχα, ΄Ο,τι είναι πράσινο δεν είναι πάντοτε καλό! Εφημ. ‘Ελευθεροτυπία’, 11-6-2007. National geographic, Βιοκαύσιμα: πανάκεια ή χείμμαιρα, Οκτώβριος 2007· Β. Κανελλοπούλου, Τα βιοκαύσιμα και το φαινόμενο του θερμοκηπίου, Δαίμων ης Οικολογίας, τ. 76/ Νοέμβριος 2007, σ. 4.

[18] Θ. Τριανταφύλλου, όπ.π.

[19] Ibid.

[20] Δ.Κ. Παπαιωάννου, Βιοκαύσιμα αντί τροφίμων; o νέος βιορομαντισμός, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 14-6-2008, σ. 8.

[21] Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 7-12-2007.

[22] Εφημ  «Ελευθεροτυπία», 5-7-2008.

[23] Εφημ. «Τα Νέα», 29-4-2008.

[24] Εφημ.  «Η Καθημερινή» (The Economist), 8-6-2008, σ. 24. Ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ συνέδεσε μια αύξηση 4,5% στις τιμές των τροφίμων με την αυξανόμενη παγκόσμια ζήτηση καλαμποκιού για παραγωγή αιθανόλης, Δ.Κ.Παπαϊωάννου, όπ.π. εφημ. «Ελευθεροτυπία», 14-6-2008. Γενικότερα,  άλλοι αναλυτές θεωρούν ότι μόνο ένα 30% από την αύξηση της τιμής  των σιτηρών οφείλεται στη ζήτηση για βιοκαύσιμα, ibid. Κατά τον Δ. Κ. Παπαϊωάννου (Ibid) προκύπτει μια νέα ιεράρχηση των βασικών εννοιών κατ’ αντιστοιχία προς τις νέες «ανάγκες» με βάση το αποδεκτό δίλημμα: κινείσαι ή τρως .

[25]Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 11-8-2007. Βλ. ακόμα Μ. Προμπονά, Βιοκαύσιμα: Μια  υπόθεση  που {μερικές φορές} καίει…, Οικοτοπία, τ. 42 /2007, σ. 54-57 σχετικά με το  ελπιδοφόρο και κερδοφόρο για τις αμερικανικές εταιρείες φοινικέλαιο ως βιοκαύσιμο,  για το οποίο κινδυνεύουν να αφανισθούν τεράστιες εκτάσεις χλωρίδας και βλάστησης με ανυπολόγιστο περιβαλλοντικό κόστος.

[26] Alternatives economiques, no 259/2007, σ. 46.

[27] Στ. Δήμας , συνεντ. στην εφημ, «Ελευθεροτυπία», όπ.π.

[28] Σοβαρές εκτιμήσεις προβλέπουν ότι έως και 96% των Ινδονησιακών και Μαλαισιανών  δασών καθώς και μοναδικά  ζώα όπως ο ουρακοτάγκος θα έχουν εξαφανισθεί σε δεκαπέντε χρόνια, F. Nicolino, όπ.π. αναφερόμενος σε σχετικό πολύκροτο άρθρο  του Ian Mac Kinnon της Guardian του Απριλίου 2007.

[29] Σε ένα μόνο μήνα, τον Δεκέμβριο του 2007, εξαφανίσθηκαν  διαπαντός 948KM2 τροπικού δάσους, σύμφωνα με το Εθνικό  Βραζιλιάνικο Ινστιτούτο, F. Niocolino, όπ.π.

[30] Alternatives economiques, no 250, septembre  2006. Σύμφωνα με τον Ευρωπαίο Επίτροπο Στ. Δήμα η ΕΕ  θα μποϋκοτάρει το φοινικέλαιο που προέρχεται από τις αποψιλωμένες εκτάσεις της Ινδονησίας, εφημ. «Ελευθεροτυπία», 15-1-2008, σ. 16.

[31] . Nicolino , όπ.π., και τις εκεί παραπομπές.

[32] T. Macalister, Τα βιοκαύσιμα και η καταστροφή του Αμαζόνιου, Η Καθημερινή», 8-6-2008, σ. 24.

[33] F. Nicolino, La tragédie des agrocarburants, L’ Ecologiste, no 25, 2008, σ. 13-14.

[34] Για τις διάφορες μορφές στηρίξεων των εναλλακτικών επενδύσεων στον τομέα της ενέργειας (αποφορολόγηση, άμεσες ή έμμεσες ενισχύσεις ) με σκοπό την ανταγωνιστικότητά τους ιδίως ως προς τις ισχύουσες τεχνικές , D. Finon, όπ.π.

[35] Γ. Τσιφόρου, Η κούρσα  στα σιτηρά πλήττει την κτηνοτροφία, εφημ. «Το Βήμα»-Οικονομία, 22-12-2007.

[36] Στις ΗΠΑ το 2006 η  βιοαιθανόλη υποκαθιστά το 3,5 %  της βενζίνης,  και για την παρασκευή της χρησιμοποιείται το 15% της παραγωγής καλαμποκιού, ενώ μέχρι το 2017 προβλέπεται ότι θα χρησιμοποιείται το 31% του καλαμποκιού, με τεράστιο των συνεπαγόμενο έλλειμμα για την ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά και για την κτηνοτροφία λόγω του ελλείμματος των ζωοτροφών, Γ. Τσιφόρου,  όπ.π.

[37] Βλ. για το lobbying των πολυεθνικών αυτών, www.corporateeurope.org.

[38] F. Nicolino, La tragédie des agrocarburants, L’ Ecologiste, no 25, 2008, σ. 13-14.

[39] Βλ. προηγ. υποσ. (8).

[40] Εφημ. «Η Κυριακάτικη Αυγή», 20-7-2008, σ. 15 (βλ. υποσ. 8).

[41] Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 15-1-2008, σ. 16. Η ΕΕ έχει  υιοθετήσει μέχρι τώρα ένα πλάνο δράσης  για την βιομάζα (COM(2005) 628) και μια ανακοίνωση για την στρατηγική της ΕΕ για τα βιοκαύσιμα (βλ. επίσης την οδηγία 2003/30/ΕΚ της 8 Μαΐου 2003 για την προώθηση της χρήσης των βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές ΕΕ L. 17/5/2003). Στους άξονες στρατηγικής της στον τομέα αυτό περιλαμβάνεται η περαιτέρω προαγωγή των βιοκαυσίμων  στα κράτη μέλη της ΕΕ και στις αναπτυσσόμενες χώρες, διασφαλίζοντας τη θετική χρήση τους για την συνεισφορά τους στη προστασία του περιβάλλοντος, προάγοντας ταυτόχρονα το στόχο της ανταγωνιστικότητας, στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Για να επιτευχθεί ο παραπάνω ευρωπαϊκός στόχος τα βιοκαύσιμα έπρεπε ήδη να αντιπροσωπεύουν το 2%  της κατανάλωσης το 2005 (αντί για 1%). Εν τούτοις τον Μάρτιο του 2007 έθεσε ως στόχο βιοκαυσίμων το 10%  των αναγκών  μέχρι το 2020. Για πολλούς η επιβολή παραγωγής βιοκαυσίμων μέσω της κοινοτικής εναρμόνισης των κρατών μελών θα οδηγήσει στην εγκατάλειψη της παραδοσιακής τεχνογνωσίας των παραγωγών που είναι συνδεδεμένη με τις εδαφολογικές και  κλιματολογικές συνθήκες των χωρών και των περιοχών του αλλά και με τις φυσικές δυνατότητες και προδιαγραφές τους, συνιστώντας το συστατικό –συγκριτικό πλεονέκτημά τους, Θ. Τριανταφύλλου, όπ.π.

[42] Έτσι η Ελλάδα ενσωμάτωσε την παραπάνω οδηγία με το νόμο 3423/2005 καθορίζοντας ένα νομοθετικό πλαίσιο για την προώθηση των βιοκαυσίμων. Μάλιστα με το άρθρο 34 του ν. 3340/2005 προβλέφθηκε ειδικό φορολογικό καθεστώς (αποφορολόγηση) για τη διάθεση ορισμένης ποσότητας βιοκαυσίμων στην αγορά κατά τα έτη 2005-2007. Γ. Παπαδημητρίου Εφημ. «Ημερησία» (ένθετο «Περιβάλλον και ανάπτυξη) 7-3-2008, σ. 2. Στην Ελλάδα η επιχορήγηση της βιομηχανίας βιοκαυσίμων είναι της τάξεως του 35-55% με αποτέλεσμα να υπάρχει υπερεπάρκεια μονάδων. Παρά την μικρή επιδότηση των σχετικών καλλιεργειών,  το 2007 καλλιεργήθηκαν 110.000 στρέμματα με ηλίανθο, Δ.Κ. Παπαϊωάννου, όπ.π., Ελευθεροτυπία, 14-6-2008.

[43] Bλ. ΔηΣΚΕ και Αγορά, 1/25008, σ. 15.

[44] ΔηΣΚΕ και Αγορά, όπ.π.

[45] Εφημ. «Ελευθεροτυπία», Οικονομική, 12/7/2008 και 25/4/2008.

[46] Β. Γκισάκης , όπ.π.

[47] Οι G8  βέβαια χρησιμοποιούν την διατροφική κρίση για την προώθηση της φιλελεύθερης γεωργίας και των αγορών,  φιλελευθεροποίηση η οποία ευθύνεται για την σημερινή αγροτική κρίση.

[48] Το ίδιο αναποτελεσματική, αφού δεν μειώνει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα,  φαίνεται να είναι και η αιολική ενέργεια μέσω των αιολικών πάρκων , που οδηγεί στην ολιστική εκτίμηση και στην αναγκαιότητα ολιστικής  πολιτικής επί της  ενέργειας. Ζητούμενο είναι όμως η μείωση της (κατανάλωσης ) ενέργειας, διότι χωρίς αυτήν η αιολική δεν χρησιμεύει σε τίποτε ή πολύ λίγο.  Le Monde, 14-2-2008 (H. Kempf, Plus d’ éoliennnes, pas moins de Co2).Τα αιολικά πάρκα θεωρούνται επιπλέον και αντιοικονομικά, αφού για την παραγωγή ενός MW  χρειάζονται απέραντες εκτάσεις . Δεν υπάρχουν αιολικά πάρκα που να μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Βλ. J-L Butré, L’ imposture - Pourquoi l’ éolien est un danger pour la France, Toucan, 2008, ο oποίος καταγγέλλει το «οργανωμένο ψέμα των βιομηχάνων» με την συνενοχή των δημόσιων αρχών και της ADEME (Περιβαλλοντικής Αρχής Ενέργειας). Ακόμη και ο πρώην πρόεδρος της γαλλικής  δημοκρατίας  Valery Giscard d’ Estain  δίνοντας προτεραιότητα στην  (και υπερασπίζοντάς την)  διατήρηση του τοπίου, της υπαίθρου και των ακτών, καταγγέλλει «την απαράδεκτη σπατάλη δημόσιων πόρων» την « απατηλή δημόσια και επίσημη ρητορική» και μια “αμφίβολη business” (εφημ.  «Le Monde 2-10-2008). Ο ίδιος θεωρεί ότι πρόκειται για «πανάκριβη και ανεύθυνη επιχείρηση» με «πενιχρά   ενεργειακά αποτελέσματα». Άς σημειωθεί ότι σύμφωνα με το περιβαλλοντικό Γκρενέλ του Σαρκοζί του 2007 προβλέπεται ένα γαλλικό αιολικό πάρκο 25.000 MW που θα κοστίσει 40 δισεκατομ. eυρώ, υπέρ τω ξένων επενδυτών (Vastas, Ziemens,  κ.λπ.).

[49] Β. Γκισάκης, όπ.π.

50. Βλ. J.M. Jancovici, A. Grandjean, Le plein s’ il vous plaît!, Sueil, 2006. Στην βενζίνη κίνησης  το ποσοστό βιο-αιθανόλης δεν μπορεί να αυξηθεί. Συνεπώς τα εκατομμύρια αυτοκίνητα δεν μπορούν να απορροφήσουν μεγάλες ποσότητες βιοκαυσίμων. Τούτο βέβαια αποβαίνει προς όφελος του περιβάλλοντος, διότι (αν οι κινητήρες απορροφούσαν  το σύνολο των βιοκαυσίμων)  θα οδηγούσε  σε μεγαλύτερη –περισσότερη αποψίλωση δασών, Βιοκαύσιμα: είναι λύση; Εφημ. «Ελευθεροτυπία», 15-4-2008, σ. 16.

[51] C. Smith, Manger ou rouler, il faut choisir!, L’ Ecologiste, vol 7, no 18/ Μάρτιος –Απρίλιος –Μάιος, 2006, σ. 46.

[52] Βλ. προηγ. υποσ. (48). Επίσης Β. Γκισάκης , όπ.π.

[53] Έτσι ο Υπουργός περιβάλλοντος της Γερμανίας, Βιοκαύσιμα: είναι λύση; εφημ. «Ελευθεροτυπία», 15-4-2008, σ. 16.

[54] Β. Γκισάκης, Βιοκαύσιμα: όταν η θεραπεία γίνεται χειρότερη της ασθένειας, Δαίμων της Οικολογίας, τ. 81/2008, σ. 10-11.

[55] Δ. Τσαντίλης, Η καμπύλη του Hubert,  το παράδοξο του  Jevons,  και οι αερολογίες στο Bali,  ο Δαίμων της Οικολογίας, τ. 79/2008, σ. 15, του ιδίου, Η διπλή όψη της παγκοσμιοποίησης, στο έργο, Η.Ευθιμιόπουλος-Μ. Μοδινός (επιμ), Παγκοσμιοποίησης και περιβάλλον, ΔΙΠΕ, Ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2002, σ. 15, ειδικ. σ. 29.

[56] ΄Οπ.π.

[57] Δ. Τσαντίλης, όπ.π.

 

(Λυπάμαι που βρώμισα το blog με το παραπάνω τερατούργημα...

ως αντίδοτο υπάρχει το άρθρο ΛΑΣΠΟΛΟΓΙΕΣ)

Αξιολογήστε το άρθρο 
Δεν έχει αξιολογηθεί
 Εκτύπωση     Αποστολή με e-mail
Σχόλια

05/12 23:00  Τριαντάφυλλος Κατσαρέλης
Πα- πα πα ! τρέμω με την ιδέα να "με πιάσεις εις τη γραφίδα σου"...
Ευτυχώς ή δυστυχώς σήμερον "ουδέν κρυπτόν..."
Ως ελαχίστη διαδικασία διαφάνειας παραθέτω διάλογο με τους Σπουδαστές μου :
http://www.mqn.gr/phpBB/viewtopic.php?f=8&p=2460#p2460
05/12 23:03  haros
(ντροπαλα με χαμηλωμενο βλεμμα)..εμενα το αμαξι μου καιει ενα λιτρο βενζινη στην γκαζια του..
05/12 23:24  Black Mamba
Καλησπέρα
αυτό πιστεύω θα σου αρέσει

http://www.math.com/students/wonders/life/life.html
05/12 23:34  Κλεάνθης
Τριαντάφυλλε ο τύπος μόνο παραπομπή σε εκπομπή του Ευαγγελάτου ή του Τριανταφυλλόπουλου δεν έδωσε για να στηρίξει την αμάθεια και εμπάθεια του... (ΜΟΝΟ πηγή έμπνευσης για τη "γραφίδα μου" θα μπορούσες να είσαι)

Χάρε αν είναι για επαγγελματικούς λόγους (μακάβριο?)... αθώος!
05/12 23:38  Bluesman
παντιλικια κανει κλεανθη...
05/12 23:49  Κλεάνθης
Χαίρε Black Mamba! Εξαιρετικό!
05/12 23:57  Κλεάνθης
παντιλίκια Bluesman, παντιλίκια και... "κωλιές"

Αναζήτηση
Προηγούμενα Άρθρα
Τελευταίες δημοσιεύσεις